α! = ορίστε.αγγειά, τα = πιατικά, κουζινικά ,ταψιά, καζάνια κλπ. (αρχ. αγγείον)Αγέλη, η = τοποθεσία όπου συγκεντρώνονταν τα γελάδια του χωριού.αγέλη, η = κοπάδι γελαδιών. (αρχ. αγέλη  αγούλα, = χυλός, φαγητό με βάση το αλεύρι. (λατ. a + gula = οισοφάγος)αγριά, η = η αγριάδα. (μσν αγριάδα < άγριος)αγρο- ή αγρου- = σαν πρώτο συνθετικό σημαίνει άγριος. (αγρόγρουνου)αγρουγιόλαφου, το = αγριοβρώμη. (τουρκ. yulaf = βρώμη)άγρους, ο = ο άγουρος. (μσν. άγουρος < ελνστ άωρος)αγρουσούσαμου, το = φυτό ποώδες.άζμπα = άραγε. (τουρκ. acaba = άραγε)αϊλιακλούκι, το = ευκαιρία, καθισιό.αϊλιάκους, ο = αυτός που κάθεται, ο χασομέρης. (τουρκ. aylak) ακέριους, ο = ολόκληρος.(αρχ. ακέραιος)άκλουθου, το = το ύστερο, ο πλακούντας. (αρχ. άκλωστον ή ακόλουθον)αλαμπουμπούνα, η = φασαρία, πόλεμος.αλάνντουφάν = άνω κάτω.άλας, το = αλάτι. (αρχ. άλας)αλέσματα, τα = καρποί δημητριακών. (μσν. άλεσμα < αρχ. αλέθω, αλέσσω)αλέστα = άνω κάτω. Στο δωμάτιο ήταν όλα αλέστα. (ιταλ. alla lesta)αμπόλι, το = εμβόλιο.αμπρέ = προσφώνηση γυναίκας προς άντρα.αναγκαίου, το = αποχωρητήριο. (αρχ. αναγκαίος)αναγκώνας, ο = ο αγκώνας.ανάικουρα, τα = είδος δαμάσκηνων μικρού μεγέθους.ανάμα, το = η μεταλαβιά, το νάμα. (αρχ. νάμα < νάω = ρέω)αντάσι, το = φίλος, συνονόματος. (τουρκ. adaş = ομώνυμος)αντί, το = εξάρτημα του αργαλειού. (αρχ. αντίον)αντρί, το = εξάρτημα του ζυγού του κάρου, πίρος.αντρίκειους, ο = 1. αρσενικός 2. αντρικός. Κατσίκα μας γέντσι τρίακατσικούδια. Δυοαντρίκεια κι ένα γυναίκειου. αξάς, ο = ο εξάδερφος. (αξάδερφος)αξούγκι, το, = η αξουγκιά. αξουγκιά, η = λίπος από κατσίκα ή πρόβατο που χρησιμοποιούνταν σανγιατρικό. (ελνστ. οξύγγιον, αξύγγιον, αξούγγιον, αξουγγία, λατ. axungia )απιδιά, η = αχλαδιά με μικρούς στρόγγυλους καρπούς. (μσν. απιδιά , αρχ.άπιον)

απουλνώ, ρ. = αμολώ, αφήνω κάτι ελεύθερο. Ικκλησία απόλκι. Απόλκι τουσκλι ναξιμουδιάσ(ει). Νιρουλάς απόλκι του νιρό να πουτίσουμι. Τουκαραγάτσ(ι) απόλκι φύλλα ξανά. (αρχ. απολύω)αραδίζω, ρ. = περπατώ, βαδίζω. Άι, Κώτσιου. Αράδζι, μη σταματάς.αραλαντίζω, ρ. = διώχνω. Αραλάντσει τουν γρήγουρα. (τουρκ. aralanmak =φεύγω, αφήνω). αραμπάιλου, το = δρόμος σε χωράφι που γίνεται από το πέρασμα τωναραμπάδων. αραμπάς, ο = κάρο φαρδύ που το σέρνουν βόδια ή αγελάδες. (τουρκ. araba)αρατίζω, ρ. = εξαφανίζω. Πού αρατίσκει κι αυτό του πιδί τώρα. (αρχ. άρατος +ίζω)αράψα, η = όνομα μαύρης αγελάδας. (τουρκ. Arab,ελνστ.Άραψ)αργάζω, ρ. = θυμώνω με πειράγματα, τσατίζομαι. -Μπαμπά μ’ μι πήρικινούριατσιάντα. Να αργάειζς. (αρχ. οργίζομαι) αρίσι, το = το μακρύ ξύλο, μπροστά στο κάρο, όπου τοποθετείται ο ζυγός.(τουρκ. arıs = ιστός)αρμιά, η = το λάχανο τουρσί. (μσν. άρμη < αρχ. άλμη)αρνίθα, η = κότα. (αρχ. όρνις)αρνίθι, το = κότα.άρτακ = αμάν. (τουρκ. artık = τέλος πάντων)αρτίζω, ρ. = επαρκώ, ξέρω κάτι καλά και αποδίδω. Τουν αρτίζει αυτή δλειά.Δεν τουν αρτίζει του φαΐ.ασκαίνομαι, ρ. = σιχαίνομαι. Ασκαίνουμι να φάου σ’ αυτό του πιάτου. Τόσουπουλύβρουμούσαν τα ψάρια, που τ’ ασκάθκα. (αρχ. σικχός, μτγν σικχαίνομαι)ασμάκι, το = έλος, βάλτος. (τουρκ. azmak = βούρκος από στάσιμα νερά)ασπρουγανιάζω, ρ. = ασπρίζω πολύ.ατσκαρνά = νηστικός. Μην πίντς νιρό ατσκαρνά. (τουρκ. aç = νηστικός)αυγατά, τα = η παρωτίτιδα, οι μαγουλάδες. (αρχ. ωόν, μσν. αυγό)αφέντης, ο = προσφώνηση του κουνιάδου από τη νύφη. (αρχ. αυθέντης, μσν.αφέντης)αφιγκριούμι, ρ. = αφουγκράζομαι. (μσν. αφουκρούμαι)αφιριούμι, ρ. = αφαιρούμαι. (αρχ. αφαιρούμαι) αφνός, ο = ο αχνός, ο ατμός.αχλαντίζω, ρ. = αναστενάζω. (ηχομιμητική λέξη)

Ββαθιόστρατα, η = δρόμος μέσα σε χαράδρα. (βαθιά + στράτα)βαλάνι, το = το βελανίδι. (αρχ. βάλανος, ελνστ. βαλανίδιον)βαμβακίτσι, το = βρώσιμο αγριόχορτο. (βαμβάκι + τσι)βαμπούλα, η = η νιφάδα του χιονιού. βαράκι, το = λεπτό φύλλο χρυσού. (τουρκ. varak ) βασιλικάρης, ο = ο κρεμμυδοφάγος. (τρώει βασιλικό, αρχ. βασιλικός)βασταγαριά, η = βέργα, ξύλο με διχάλα που το χρησιμοποιούσαν ναστηρίζουν τα ξύλα στο γαϊδούρι όταν το φόρτωναν. (βασταγή, μσν. βαστώ <αρχ. βαστάζω)βατσινιά, η = ο βάτος.βάτσινο, το = το βατόμουρο. (μτγν. βάτινον < βάτος)Βδομαδιά, η = έθιμο του αρραβώνα. Μετά τον αρραβώνα (15 μέρες καιπαραπάνω) πήγαιναν δώρα στη νύφη με σινιά (παπούτσια, φουστάνι, γλυκά,κουφέτα), έτρωγαν και στο τέλος η νύφη τους καρφίτσωνε στο πέτολουλούδια ή βάγια με βαράκι, και αυτοί της έδιναν χρήματα.βιλουνίτρα, η = μικρό επίμηκες ψάρι του γλυκού νερού. (μσν. βελόνιν , αρχ.βελόνη)βίρα = συνέχεια, συχνά, όλο. Κι αυτός βίρα κι έσκαβι. (ιταλ. vira, προστ.τουvirure, γυρίζω, στρέφω το πλοίο)βιράνκους, ο = ψεύτικος, αδύνατος. (τουρκ. vıran = ερείπιο, βουλγ. vırıan =αδύνατος)βιργί, το = μικρή βέργα που χρησιμοποιείται για το πλέξιμο κοφινιών. (μσν.βέργα < ιταλ. verga)βίρους, ο = η ρουφήχτρα, το έλος. (σλαβ. vır > μσν. βιρός = τέλμα)βνιά, η = βουνιά. (αρχ. βοών > βοωνία > βουνία)βουδόγλωσσα, η = βρώσιμο αγριόχορτο. (αρχ. βούγλωσσον)βούζα, η = η κοιλιά. (βουλ. buza, μάγουλο, παρειά)βουργά = γοργά, γρήγορα.βουρλίδα, η = η πλεξούδα. (μσν. βούρλον)βράνα, η = η σιδερένια σβάρνα. (σλαβ. barna, βουλ. brana)βρέμα, το = η βροχή, η υγρασία.

Γγαδουρμέλτσα, η = μεγάλη μαύρη αγριομέλισσα.γαλαζάδα ή γαλαζάρα, η = το λουλάκι. (μσν. γαλάζιος)γαλατσίδα, η = είδος ραδικιού. (αρχ. γάλα)γανάδα, η = η σκουριά του χαλκού. (γανώνω)γανιάζου, ρ.= αγανακτώ. γεννήματα, τα = τα δημητριακά. (αρχ. γέννημα) γεύω, ρ. = δοκιμάζω (το φαΐ). Γέψι του φαΐ, κι άμα δε σ’ αρέσ(ει), μην τρως.(αρχ. γεύομαι και γεύω)γιαβρί, το = ο άφτερος νεοσσός. (τουρκ. yavru = νεογνό) γιαβρούδι, το = το μικρό γιαβρί. γιαζίκ = κρίμα. (τουρκ. yazık = κρίμα)γιαλαζάς, ο = οι φλόγες της φωτιάς. (τουρκ. yalaza = φλόγα)γιαλντίζι, το = το πρώτο φύλλο καπνού στο παστάλι. (τουρκ. yaldız,επιχρύσωση)γιάμα (βλ. μπάμπου γιάμα).γιαμάτσι, το = μικρός γκρεμός, χωμάτινος βράχος. (τουρκ. yamaç, πλαγιά)γιανάτς, το = ο γάντζος στα πλάγια του αραμπά απ’ όπου περνάν τα σχοινιάόταν φορτώνουν. γιανίσκω, ρ. = υγιαίνω, γίνομαι καλά. Του πουδάρι μ’ πουνούσι, αλλά τώραέγιανι. (αρχ. υγιαίνω)γιαντουρντώ, ρ. = βάζω τα ζώα να βοσκήσουν φυτεμένο χωράφι, χωρίς τηνάδεια του νοικοκύρη. Κάποιους μι τα κατσίκια τ’, μας γιαντούρτσι σ’ ιλιές. Τουστιάρι μαςστου μπαΐρ, του γιαντούρτσαν.γιαράδι, το = πληγή, το καύκαλο της πληγής. (τουρκ. yara, πληγή)γιάσλα, η = το παχνί. (βουλ. yiasla, παχνί)γιατάκι, το = το μέρος που λουφάζει ο λαγός ή άλλο άγριο ζώο. (τουρκ. yatak,κλίνη, στρώμα)γιντζές ή γιουντζές, ο = το τριφύλλι. (τουρκ. yonça, τριφύλλι)γιουλάφι, το = η βρώμη. (τουρκ. yulaf )γιουρουντώ, ρ. = ορμώ, πλησιάζω με φόρα. Γιουρουντάει Γιαννάκους, κι τουδίνειμιαστην παραυτίδα. (τουρκ. yürümek, ξεκινώ για περπάτημα)γιώνω, ρ. = λεκιάζω. (αρχ. ιός = σκουριά > ιώνω)

γκαγκάρι = το γαϊδουράγκαθο. (τουρκ. gaga, ραμφος πτηνού) γκαγκάτσια, τα = σπυριά που βγάζουν μερικά ζώα στο στόμα.γκάζα, η = το μούρο.γκάζι, το = το πετρέλαιο. (γαλ. gaz)γκαζιά, η = η μουριά.γκαΐλα, η = η κάργα. (μσν. γαλίλα ή γαγύλα) γκαϊλές, ο = βάσανο, φροντίδα, ανάγκη, στεναχώρια. (τουρκ. gaile)γκαϊρέτι = δύναμη, προσπάθεια, υπομονή, ζήλος. (τουρκ. gayret)γκάλος, ο = 1.πουλί, είδος κόρακα.2. η μεγάλη σωλήνα της γκάϊντας πουκρατά το ίσο. (ηχομ.)γκαμπαρντίζω ή καμπαρντίζω, ρ. = περηφανεύομαι. – Διες, τουν Κώτσιουπώςγκαμπαρντίζει, που πήρι κινούριου τραχτέρι. (τουρκ. gabarmak,φουσκώνω)γκατζιόλι, το = γαϊδούρι.γκιζγκιντζής, ο = αυτός που τριγυρνά άσκοπα. (τουρκ. gezgin, gezkinci, οαλήτης, ο τυχοδιώκτης)γκιζέρι, το = η βόλτα.γκιζιρνώ, ρ. = τριγυρίζω, περπατώ άσκοπα. Τη Μιγάλη Παρασκιυή,γκιζιρνούσαμιτουν Ιπιτάφιου. Ιχτές γκιζέρτσα τ’ αμπέλια. (τουρκ. genzınmek,gezmek, περπατώ, περιφέρομαι) γκιόλι, το = λιμνούλα, μικρό έλος. (τουρκ. göl, λίμνη)γκιούζι, το = το στήθος. (τουρκ. göğüs,στήθος) γκιουμές, ο = πυκνή συστάδα δέντρων ή θάμνων.γκιουρέσι, το = το πάλεμα. (τουρκ. güreş)γκιούρκου, το = δροσερό, πυκνοφυτεμένο μέρος. (τουρκ. gür, άφθονος)γκιουρλιντώ, ρ. = χύνω (για υγρά). Πρόσιχι, του γκιουρλέτσις του γάλα.(ηχομ.) γκιουρλούκια, τα = αγκάθια, βότανα, ντρίμες. (τουρκ. gürlük, αφθονία)γκιουφσιντώ, ρ. = ξεφεύγω, λύνω, χαλαρώνω. Γκιουφσέτσι του σκοινί να τουλύσου. Κράτα του γιρά, μη σι γκιουφσιντήσ(ει). (τουρκ.gevşemek , χαλαρώνω)γκιργκένι, το = δέντρο του δάσους, ο γάβρος.γκιρλίκα, η = η γκλίτσα.γκιρντίζομαι, ρ. = καμαρώνω. -Διες τουν πώς γκιρντίζιτι, που έβαλι κινούριουκουστούμ(ι).

γκιτζένι ή γκιζένι, το = λαγουδάκι.γκιτσίτι, το = δρομάκι.γκλάρος, ο = ο πελαργός. (αρχ. λάρος > μτγ. γλάρος)γκλέφαρο, το = το μέτωπο. (αρχ. βλέφαρον > γλέφαρο)γκλιάγκουρας, ο = ο ψιλόλιγνος.γκλός, ο = η χοντρή μπίλια.γκλούτσκα, η = λόξυγκας. (ηχομ.)γκόγκαλη, η = βρώσιμο αγριόχορτο.γκονγκουλιάρης, ο = εντελώς γυμνός.γκουγκουχτούρα, η = δεκοχτούρα. (ηχομ.)γκουλιάρα, η = πίτα με αλεσμένο κολοκύθι, χωρίς φύλλα.γκουλιάρης, ο = γυμνός. (βουλ. gol, γυμνός) γκουλόπαρος, ο = ο ασαμάρωτος. (βουλ.) γκουμπέλι, το = μικρός σωρός χόρτου. (βουλ. kypen, σωρός, θημωνιά) γκουντουρντώ, ρ. = παλαβώνω. (τουρκ. kudurmak, εξαγριώνω)γκούργκουλας, ο = ο λαιμός, ο οισοφάγος. (βλαχ. girlak, λάρυγγας)γκουρνιτσιά, η = άγρια απιδιά, γκορτσιά. (βουλγ. gornica)γκούσκα ή γκούσα, η = το καρύδι του λαιμού. (βουλγ. gusa, λαιμός-guska,λαιμάκι)γκουστιρίκα, η = η καφέ σαύρα των αγρών. (σλαβ. gusteritsa)γκουτζιούφκα, η = δερμάτινος σκούφος, ο σκούφος της κάπας.γκρασίνα, η = ο αγριόβικος.γκρικλιάνι, το = ο λάρυγγας. (βουλ.)γκρικνίζομαι, ρ. = ρεύομαι. γκριμπλός, ο = ξύλινο εργαλείο για το μάζεμα των σιτηρών. (βουλ. greblo,χτένι, τσουγκράνα)γκριντιά, η = μεγάλο δοκάρι σκεπής. (βουλ. grenda, δοκάρι)γκριντίτσι, το = παιχνίδι, τα βαρελάκια.γκρόσνα = ήσυχα, άσχημα. (βουλ. grozna, απαίσια, άσχημα) γουνιέμαι, ρ. = βιάζομαι. (αόρ. προστ. γουνιούς). Άι γουνιούς. Δα αργήσουμι.Γουνιέμι να προυλάβου. (αγωνίζομαι, αγών > αρχ. αγωνία)γυάργυρου ή δυάργυρου, το = ο υδράργυρος.γυναικαριό, το = το γυναικομάνι, σύνολο γυναικών.γυναίκειος, ο = θηλυκός.

γυνί, το = το υνί. (μσν. υνίον < ελνστ. ύνιον)γυρούδι, το = η γωνία του πλαστού (ψωμιού).Δδα = θα. Δα πάου να διω τι έγινι.δάγκαμα, το = 1. η μπουκιά του ψωμιού, η χαψιά 2. ο πόνος του στομαχιού.(μσν. δάγκωμα , δάγκαμα)δαχλίδι, το = το δαχτυλίδι.δεν = όχι. – Πήγις στου χουράφι; – Δεν.δέντρο, το = το καραγάτσι, η φτελιά. (αρχ. δέντρον)διαρμίζω, ρ. = ταχτοποιώ το σπίτι, παστρεύω, ξετινάζω, σκουπίζω,συγυρίζω. Πάσχα έρχιτι. Πρέπ(ει) να διαρμίσουμι του σπίτ(ι). (διαρμόζω ήδιαρυθμίζω > διαρθμίζω > διαρμίζω)διάρμισμα, το = ταχτοποίηση , συγύρισμα σπιτιού.διασίζω, ρ. = περνώ στιγμιαία, διαβαίνω. Ιχτές κανένας δε διάσιξι τηνπουρειά μας. (διασχίζω)δικάρα, η = παιδικό παιχνίδι που παίζονταν σε κατάλληλο σχήμα στο χώμααπό δυο παίχτες που τοποθετούσαν δέκα πετραδάκια και δέκα ξυλαράκια.διρπάνι, το = το δρεπάνι. (αρχ. δρέπανον < δρέπω)δοκιούμαι, ρ. = θυμούμαι, σκέφτομαι. (αρχ. δοκέω)δράκινο, το = το ροδάκινο. (ελνστ. δωράκινον)δρουμί, το = τα στάχυα που αφήνουν στο έδαφος οι θεριστάδες. (αρχ.δρόμος)δυάργυρου, το = ο υδράργυρος.δωδεκάρι, το = το δόντι τραπεζίτης (φυτρώνουν στα 12 χρόνια). Εείδισμα, το = το πράγμα. Ταχτουποίησαμι τα ειδίσματα. (ίσως αρχ. είδος) Εικονίσματα, τα = το έθιμο της περιφοράς των εικόνων στα χωράφια τηγιορτή του Αγίου Πνεύματος. (μσν. εικόνισμα <αρχ. εικόνα) έλληνες, οι = μεγάλα μαύρα μυρμήγκια. ένως ή ένος = μόλις, πριν από λίγο. – Καλώς την. Ένος ανάφιραμι για σένα.(ίσως αρχ. εν όσω) Ζζαβιά, η (zavgia) = η ζάλη, η ζαλάδα.

ζαβός, ο = χαζός, ζαλισμένος.ζαβουνάτσιος, ο = κουτοπόνηρος, αυτός που κάνει τον ανήξερο.ζαβώνομαι, ρ. = ζαλίζομαι. (βουλ. zavivam, ζαλίζομαι)ζαγκαλαντώ, ρ. = παλαβώνω, ταράζω. -Τι έπαθις; Ζαγκαλάτσις; (αόρ.ζαγκαλάτσα).ζαλίδα, η = η ζαλάδα, η ενόχληση.ζαμακώνω, ρ. = στριμώχνω, χώνω, φορτώνω. Του τραχτέρι, ζαμακώθκι μεςσ’λάσπις. Πήγα για ένα κιλό ντουμάτις κι μι ζαμάκουσι καμιά πεντέξ(ι). (τουρκ.zam, προσθήκη, αύξηση)ζαντίκι, το = ο κοντός.ζαπαριά, η = το χαστούκι. (τουρκ. zaparta, επίπληξη)ζάπι, το = ο δαμασμός, η επιβολή. (μσν. ζάφτι < τουρκ. zaptı)ζαπώνω, ρ.= αρπάζω, στριμώχνω, οικειοποιούμαι με τη βία. Αυτό τουχουράφι, τουζάπουσαν μι του έτσ(ι) θέλω. (τουρκ. zaptetmek, καταλαμβάνω,ιδιοποιούμαι)ζάτιμ = βέβαια, φυσικά. (τουρκ. zaten)ζαχαράτα, τα = κουφέτα.ζαχνιά, η = το χαστούκι.ζβακιάζω ή σβακιάζω, ρ. = σφίγγω, στριμώχνω, γραπώνω. Τουν έριξα κάτ’,τουζβάκιασα, κι δεν μπουρούσι να σκουθεί.ζερζιμπίλι = άνω κάτω. Αέρας τα ‘κανι τα μαλλιά μ’ ζερ ζιμπίλι.ζεύλα, η = σιδερένιο ραβδί του ζυγού. (μσν. ζεύλα < αρχ. ζεύγλα)ζιάπκα, η = ο βάτραχος. (βουλ. zaba, βάτραχος, zabka, βατραχάκι)ζιαρός, ο = το αναμμένο κάρβουνο. (βουλ. zar, zarava, θράκα) ζιμπρίτ = πολύ ξινό.ζιρζίρα, η = είδος βροχής, μεταφορικά η φλύαρη γυναίκα (ίσως ηχομ. λέξη)ζμιρός, ο = το κολλυβόζουμο . (ζουμερός)ζνάρι, το = ζωνάρι της μέσης. (μσν. ζωνάρι < αρχ. ζώνη)ζνίχι, το = ο σβέρκος, τράχηλος. (αρχ. ινίον > σνίχι) ζούδι, το = το φάντασμα. (αρχ. ζώδιον)ζουκούμι, το = η ροδοδάφνη, η πικροδάφνη. (τουρκ. zakkum)ζουλούδι = η μικρή γυάλινη μπίλια.ζουρλαμάς, ο = το στραμπούληγμα. (τουρκ. zorlama)ζουρλαντίζω, ρ. = πιέζω, δυσκολεύω, ζορίζω. (τουρκ. zorlamak)

ζουρλάντισμα, το = το ζόρι, η πίεση.ζουρντώ, ρ. = κάθομαι. Ζούρα τώρα κι μη μιλάς. (αόρ. ζούρτσα) Ηηλιάστρα, η = ορθογώνια ξύλινη κατασκευή για το άπλωμα του καπνού στονήλιο.ηλιοπύρωμα, το = 1.το πρωινό 2.το προσήλιο. Θθαμαίνομαι, ρ. = είμαι αναποφάσιστος, απορώ. Τι να κάνου, θαμαίνουμι.(ίσως αρχ. θαμβώ > μσν. θαμπώνομαι)θερμαίνω, ρ.= ζεσταίνω, με πιάνει πυρετός. Μι θέρμανι (έχω πυρετό). (αρχ.θερμαίνω)θηλύκι, το =κουμπότρυπα με κλωστή σε μορφή θηλειάς. (αρχ. θηλυκός)θύρα, η = η πόρτα. (αρχ. θύρα) Ιίδρους, ο = ο ιδρώτας.ικλίθκους, επ. = γειτονικός, ανταμωμένος. Τα χουράφια μας ίνι ικλίθκα.(τουρκ. ekli, συνδεδεμένος)ικμάς, ο = η καταβολάδα. (αρχ. ικμάς)ιλιά, η = βρώσιμο αγριόχορτο. (ελιά)ιμπούης, ο = ο παλαβός. (γεν. ιμπούση)ιννιάρα, η = παιχνίδι που παίζονταν σαν τη δεκάρα αλλά με εννιάπετραδάκια. ινταρές, ο = κουμάντο για το σπίτι, φροντίδα. (τουρκ. ıdare, διοίκηση,φροντίδα)ιντζίτσκα, η = το δερμάτινο σχοινί από τα τσιαρβούλια (τσαρούχια). (βουλ.nugitska) ιξίκης, o = ανόητος, παλαβός, άμυαλος. (τουρκ. eksik,λιποβαρής)ισέκερι = ποικιλία χοντρών δαμάσκηνων.ισιάζομαι, ρ. = βάζω γραμμή, κόβω δρόμο. Μόλις έπισι ήλιους, ισάσκα γιατουμαντρί.ίσκιουμα, το = φάντασμα. (αρχ. σκιά, μσν. ήσκιος) ιστάχι, το = επιθυμία, γινάτι, δύναμη. (τουρκ. iştah)ιτς ή χιτς = καθόλου. (τουρκ. hiç).

ιτςμιχίτς = τάχα-τάχα.ιψισνός, ο = ο χθεσινός. (εψές) Κκαβραντώ, ρ. = πιάνω, συλλαμβάνω. Του καβράτσα απ’ του πουδάρι. (τουρκ.kavranmak)καΐνι, το = η οξιά.καϊνιάκι, το = μέρος που βγαίνει νερό. (τουρκ. kaynak, πηγή νερού) καϊντώ, ρ. = φεύγω, ξεφεύγω. Μόλις φώναξα, λύκους κάιτσι κατά τουμπαΐρ(ι). (τουρκ. kaymak, γλιστρώ)καϊριάκι, το = χωράφι με πέτρες. (τουρκ. kayrak)κακαβάνης, ο = χαζός, βλάκας, κουτός. (τουρκ. kakavan)κακαράξα, η = η καρακάξα. (αναγρ.)κακό, το = σωρός, πλήθος. Μάζεψαν ένα κακό σαλιάκια. (αρχ. κακόν) καλαμάρι, το = μανιτάρι φαγώσιμο που μοιάζει με το θαλασσινό καλαμάρι.καλίνα, η = το ρόδι. (βουλ. kalinka)καλόγερος, ο = άσπρη ή κίτρινη μαργαρίτα που βγαίνουν νωρίς την άνοιξη.καλτάτα, η = η κουμπάρα.καλυβώνω, ρ. = ζευγαρώνω (λέγεται μόνο για τα περιστέρια). Τα πιλιστέριακαλυβώνουντι.καμιάς = η μυρωδιά του καμένου. Καμιάς μυρίζει.καμπάθκους, ο = ο σαρκώδης, ο παχύς, ο χοντρός. (τουρκ. caba, χοντρός)καμπάκου, η = η ακέρατη κατσίκα.καμπαρντίζου, ρ. = βλ. γκαμπαρντίζου.κάμσου, το = 1.το άσπρο υφαντό εσώρουχο που φορούσαν παλιά 2. τοδέρμα του φιδιού, το οποίο βγάζει κάθε χρόνο. (μσν. ποκάμισο < μσν.καμίσιον)καν’ενκιρό = κατ’ εκείνο τον καιρό, μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά ταχρόνια.κανάπι, το = ο σπάγγος. (κάνναβις ή τουρκ. kinap)Κανίσια, τα = έθιμο που τελούνταν τη Δευτέρα του γάμου στο σπίτι τουγαμπρού, όπου μαζεύονταν οι συγγενείς για να γλεντήσουν κουβαλώνταςταψιά και πανέρια με φαγητά. (μσν. κανίσκι < αρχ. κανίσκιον)

σουρντώ ή σουρντίζω, ρ. = ξεχειλίζω και ρέω συνεχώς, παθαίνω διαρροή.Σούρτσι διξαμινή κι του νιρό έτριχι συνέχεια. (βουλ. survam, ξεχύνομαι, surtia,ρέω)σούσαλα, τα = οι φλούδες απ’ τα στάχυα που χωρίζουν στο αλώνι απ’ τοστάρι.σουσαμίγκα, η = ο ξερός βλαστός του φυτού σουσάμι.σπουριά, η = ένα κομμάτι γης, ότι σπέρνεται σε μια διαδρομή. (αρχ. σπόρος)στάβα, η = η ειδική τοποθέτηση των δεματιών των δημητριακών στο χωράφι,σταυρωτά, μέχρι το αλώνισμα. (βουλ. stava, άρθρωση)στάμαγιόμα = το καταμεσήμερο. (μσν. στάμα από το θέμα στατού αρχ.ίστημι + αρχ. γεύμα)σταξιά, η = σταγόνα. (αρχ. στάξις)σταυρώνω, ρ = ανταμώνω. Στου δρόμου σταύρουσα τουν παπα-Βαγγέλη.(ελνστ. σταυρώνω)σταφλαρμιά, η = σταφύλια τουρσί, βουτηγμένα μέσα σε μούστο. (σταφύλια +άρμη)Σταχτοπέπιλης, ο = ήρωας παραμυθιού, Σταχτοπούτος.στείρι, το = αγριόχορτο, το βλίτο. (αρχ. στείρος)στιαρίτσι, το = βρώσιμο αγριόχορτο. (σιτάρι)στινουσιά, η = η στενότητα, η έλλειψη χώρου. Του σπίτι μας είνι μικρό.Έχουμιστινουσιά. (αρχ. στενός)στονκόρακα = να εξαφανιστείς (βρισιά).στρουμπώνουμι, ρ. = χώνομαι. Αφού σέβινι κόσμους στου καφινείου,στρουμπώθκα κι γω μέσα.στρώση, η = το στρώμα που πλαγιάζουμε. συλλοϊέμι, ρ. = σκέφτομαι. Σι βλέπου συλλουιέσι. Τι σκέφτισι, πέ μι. (αρχ.συλλογίζομαι)συνορίζω, ρ. = ξεσυνερίζω. Πιδούδ(ι) είνι, μην του συνουρίειζς. (ελνστ.συνερίζομαι)συντραύλιστο, το = μεγάλο ξύλο που ανακατώνουν τη φωτιά στο φούρνο.(συνδαύλιστρον, συνδαυλίζω, αρχ. συν + δαυλός)συρμός, ο = η επιδημική αρρώστια, η αρρώστια που σέρνεται. (σύρω > αρχ.συρμός)σφάλακας, ο = ο τυφλοπόντικας. (αρχ. ασπάλαξ)

σφαλακιά, η = η στοά του τυφλοπόντικα.σφάλι, το = η παραμάνα, ασφάλεια. (αρχ. ασφάλεια)σφαλνώ, ρ. = κλείνω, ασφαλίζω. Σφάλτσι τα μάτια. Σφάλνα τη θύρα ότανμπαίντς. (ελνστ. σφαλίζω)σφύρκα, η = η σφυρίχτρα. Ττάβλα, η = υφαντό τραπεζομάντιλο που στρώνεται στα χωράφια. Στρώσι τηντάβλα να φάμι. (λατ. tabula, μσν. τάβλα)ταή, η = φαγητό ζώου. (αρχ. ταγή < τάσσω)τάι, το = το μικρό άλογο. (τουρκ. tay, πουλάρι)ταϊφάς, ο = η οικογένεια. (τουρκ. tayfa, φάρα, φυλή)τακάτι, το = δύναμη, κουράγιο, σθένος. Καημένους Μήτσιους, δεν είχι τακάτ(ι)νασκουθεί απ’ του κριβάτ(ι ). (τουρκ. takat)ταμπανσούηζς, ο = ο δειλός, ο ξεροκέφαλος. (τουρκ. taban, σίδερο αλετριού)ταξοπίς = ξανά πίσω, ξοπίσω.ταούδι, το = το μικρό αλογάκι.ταπουτώρα = πριν από λίγο.ταράκι, το = η τσουγκράνα. (τουρκ. tarak, τσουγκράνα, χτένι)τάρταρου, το = πολύ ξερό και σκληρό. Ξιράθκει του ψουμί, τάρταρου έγινι.Δενμπόρσαμι να σπείρουμι του χουράφι, ήταν τάρταρου. (αρχ. τάρταρα =κόλαση)τασιάκι, το = ο όρχις. (τουρκ. taşak)τάτας, ο = ο μπαμπάς. (μσν. τατάς, νηπιακή λέξη, βουλ. tate, μπαμπάς)ταχύνεμα, το = το πρωί, το επόμενο πρωινό.τειάφι, το = το θειάφι. τέκι, το = ο μονός αριθμός. (βουλ. tek)τέτα, η = η θεία. (αρχ. τέττα)τζαμπέλα, η = το κάρφωμα του νομίσματος στο χώμα στο παιχνίδι κορόνα-γράμματα. ( ιταλ. ciambella ή βεν. zambela, αρμαθιά, αλλού λέγεται τζαμάλα =καμήλα)τζαμπλιόσκατου, το = το παιχνίδι το λουρί της μάνας.τζγκέρι, το = 1. μαύρο – το συκώτι, 2. άσπρο – ο πνεύμονας. (τουρκ. cığer) τζεντέμ = μακριά, ο αγύριστος. Στου τζεντέμ να πας.

τζιαγκάλου = κατσίκα ή γυναίκα ψηλή.τζιαμπαλαντώ, ρ. = τρανεύω, δυναμώνω, προσπαθώ. Ύστιρα απ’ τηβρουχή, τουκαπνό τζιαμπαλάντσι. (τουρκ. çabalamak, προσπαθώ)τζιαμπαρλάκι, το = η κωλοτούμπα. (τουρκ. cumbalak, τούμπα)τζιαντζιουν = φράση που δηλώνει απόλυτη ησυχία σ’ έναν τόπο, ερημιά.τζιάναμ = αμάν.τζιαντές, ο = ο δημόσιος δρόμος.τζιάρλιακα, τα = τα εντόσθια.τζίγκακα = η τοποθέτηση και μεταφορά κάποιου στους ώμους.τζιμισίρι, το = ποικιλία καλαμποκιού κατάλληλη για ποπ κορν.τζιομ = φύγε, δρόμο.τζιουτζιουκλάρι, το = το παιδί.τζίρος, ο = το κιτρινωπό υγρό που μένει μετά την παρασκευή του τυριού ήτης μυζήθρας. (αρχ. κίρρος > μσν. τσίρρος = ορός)τζιρτζιλιά, η = η βερικοκιά. (τουρκ. zerdali, βερίκοκο)τζιτζιβέλι, το = το παιδί, το χαμίνι.τζιτσκούδι, το = ο τρυποφράχτης.(πιθ. τζιτζικούδι)τζουγκρανώ ή τζουγρανώ, ρ. = γρατζουνώ. Γάτα μι τζουγράντσι. (Τριαντ.τσαγκρουνίζω)τζούνα, η = μικρή ακίνδυνη αγριομέλισσα που κάνει χαρακτηριστικό θόρυβομε τα φτερά της. (ηχομ.)τίκατίκα = κάλεσμα προς τις κότες για να έρθουν να φάνε. τιμαρεύω, ρ. = νοικοκυρεύω, ταχτοποιώ, φυλάγω, φροντίζω. τιμάριμα, το = το φύλαγμα. (τουρκ. timar, φροντίδα, περιποίηση)τιρλίκι, το = είδος κοντής πλεκτής κάλτσας. (τουρκ. terlik)τισσάρα, η = παιχνίδι που παίζεται σε ειδικό σχήμα στο χώμα.τιτίζα, η = η εκλεκτική, η ντελικάτη. (τουρκ. titiz, δύστροπος)τιφτίκι, το = διαλυμένο ύφασμα από την πολλή χρήση. (τουρκ. tiftik)τόι, το = ο κύκνος. (τουρκ. toy, αγριόγαλος)τόπι, το = η χιονόμπαλα (μόνο). (τουρκ. top, σφαίρα)τόπκα, η = κουβάρι με μαλλί ή νήμα. (βουλ. topka)τουζάκι, το = η θηλιά-παγίδα για το πιάσιμο άγριων ζώων. (τουρκ. tuzak)τουμπρούκι, το = μεγάλο κούτσουρο.

τούντζι, το = ο μπρούτζος, ο ξεροκέφαλος, το ξερό χώμα. ( τουρκ. tunç,μπρούντζος )τουπάλης, ο = ο κουτσός. (τουρκ. topal)τουπαρλάθκους, ο = ο χοντρός, ο χοντροκομμένος, ο στρόγγυλος. (τουρκ.top, σφαίρα)τουπαρλαντώ, ρ. = χτυπώ, κυνηγώ, διώχνω. (τουρκ. toparlamak)τουρβαδιάζω, ρ. = εφοδιάζω με τρόφιμα κάποιον πριν ξεκινήσει για κάπουμακριά. (τουρκ. torba)τούρκοι, οι = τα μεγάλα κόκκινα μυρμήγκια.τουρλαίνω, ρ. = τρελαίνω. Ε, βρε, σταμάτα να φουνάειζς. Μι τούρλανις.τουρλίγκι, το = ο παλαβός, ο τρελός.τούρνα, η = ψάρι του γλυκού νερού. (τουρκ. turna)τουρφάνι, το = θύελλα, σφοδρός αέρας με σκόνη και βροχή. (τουρκ. tufan,κατακλυσμός, θύελλα) τουρφαντά = οι καρποί που βγαίνουν πιο πρώιμα. (Τριαντ. τροφαντός,τουρκ. turfanda)τράβλα, η = το φυτό αντράκλα, η γλιστρίδα. (βουλ.)τραΐ, το = το τραγί.τράκα, η = το κουδούνι των προβάτων. (ηχομ.) τρακάτσι, το = η κλειδαριά, ο σύρτης. (τουρκ. tirkaz, σύρτης)τρασκαλώνω, ρ. = σκαλώνω, κρεμώ στο καρφί, πιάνομαι από κάπου.τράφος, ο = το χώρισμα μεταξύ δύο ανισόπεδων χωραφιών. (μσν. τράφος <αρχ. τάφρος)τραχούνι, το = το ταχίνι.τράχωμα, το = η προίκα σε λεφτά. (μσν. τραχώνω = προικίζω με τραχύ –ασημένιο νόμισμα)τρηδόνα, η = σκουλήκι των εντέρων των ζώων. (αρχ. τερηδών = σκουλήκιτου ξύλου)τριάρα, η = παιχνίδι που παίζεται σε ειδικό σχήμα στο χώμα με τρεις πέτρεςκαι τρία ξυλαράκια.τριώτα, η = το κουτσό που παίζεται σε ειδικό σχήμα χαραγμένο στο χώμα, τοίδιο το σχήμα.τρουκουλάκος, ο = ο τροχός.τρουκουτίδα, η = έννοια, στενοχώρια, φροντίδα.

τσάκνο, το = ξερό κλαδάκι, ξυλαράκι. (τσακίζω > τσάκανο)τσαρτσάρα, η = δοχείο ούζου με σωληνάκι απ’ όπου έπιναν όλοι οικαλεσμένοι. (ηχομ.) τσάτσανα, ρ. (αόρ.) = χτύπησα, σακάτεψα. Σιγά, βρε, μι τσάτσανις.τσατσαρίκα, η = το κρύσταλλο που κρέμεται στις στέγες των σπιτιών.(τσατσάρα = χτένα, βεν. zazzara)τσελέκου, η = η αγελάδα που έχει ένα σπασμένο κέρατο.τσέντιλα, η = η τσαντίλα που χρησιμοποιείται στην κατασκευή του τυριού.(βουλ. tsedilo, tsedilka) τσέτι, το = μεγάλος σωρός άχυρου σκεπασμένος με σάλαμα έξω στούπαιθρο. (τουρκ. çeten, μεγάλο καλάθι για άχυρα)τσέφλι, το = τσόφλι. (μσν. τσέφλιν < αραβ. djefl ή αρχ. εξώφλοιον)τσιάγκι, το = το ορειχάλκινο κουδούνι των κατσικιών. (ηχομ. ή τουρκ. çan,κουδούνι)τσιαΐρι, το = το λιβάδι. (τουρκ. çayir)τσιάκι, το = είδος μαχαιριού. (μσν. τσακίον, τουρκ. çaki)τσιακνίζω, ρ. = 1. (το μάτι) – κάνω ματιά . 2. (το όπλο ) – χτυπά οεπικρουστήρας και δεν σκάζει η σφαίρα. (ηχομ.)τσιακούρκου, το = το μισοώριμο φρούτο (καρπούζι).τσιαουνίζω, ρ. = γαβγίζω με χαρακτηριστικό τρόπο.τσιαπάρης, ο = ο ξανθός με στίγματα. (τουρκ. çopur)τσιαπάτα, η = τηγανητό ψωμί, σαν λαγάνα χωρίς σουσάμι.τσιάπρα, η = η φακίδα του προσώπου. (τουρκ. çapar, στίγμα)τσιαρβούλι, το = σανδάλι από γουρουνόδερμα. (μσν. τσερβούλιν, λατ.servulus, βουλ. tsiarvul)τσιαρτσέδι, το = ο σπουργίτης. (τουρκ. serçe)τσιαρτσιάφι, το = σεντόνι για πάπλωμα. (τουρκ. çarçaf)τσιασίτι,το = το είδος, η ποικιλία. (τουρκ. çeşıt)τσιάσκα, η = η φλιτζάνα. (σλαβ. tsaska) τσιατίζω, ρ. = δένω με σκοινί (τσιατμά) το μοσχάρι ή τη γελάδα πίσω από τοκάρο. τσιατίμ, το = το σταυροδρόμι.τσιατμάς, ο = 1. λεπτή σανίδα. 2. σκοινί που δένεται στα κεφάλια των βοδιώνόταν είναι στον αραμπά ή στο όργωμα για να τα κατευθύνουν. (τουρκ. çatma)

τσιβίκι, το = 1. το μεγάλο γκρίζο τσιμπούρι. 2. το πλήθος των καρπών. Για!Τιπουλλά δαμάσκηνα. Φουρτουμένη τσιβίκι. (μσν. τσιβίκιν < κιμβίκιον) τσικίτσι, το = σφυράκι. (τουρκ. çekiç)τσικούτι, το = βούρλοτσίλα, η = η τσίρλα. (τσιρλώ < τσιλώ < ελνστ. τιλώ)τσινάρι, το = είδος δέντρου, ο ψευτοπλάτανος. (τουρκ. çınar)τσινές, ο = το σαγόνι. (τουρκ. çenek, σαγόνι, βουλ. tsene)τσιντσιόνα, η = πουλί του χειμώνα, ο σπίνος. (ηχομ.)τσιόπι, το = ο κλήρος που γίνεται με μικρά ξυλαράκια. Ιαλάτι πιδιά νατραβήξουμιτσιόπ(ι). (τουρκ. çöp, άχυρο, κομμάτι φυτού, βουλ. tsop, κλήρος)τσιόπκα, η = μύτη ξύλου ή σίδερου.τσιορτσιόπι = η συγγνώμη στο παιχνίδι, η αλλαγή γνώμης. τσιουκανίζω, ρ. = χτυπώ με το σφυρί. (αρχ. τυκάνη ή σλαβ. tsukan, σφυρί)τσιουμάκι, το = ξύλο, κοντό ραβδί. (τουρκ. çomak, ρόπαλο)τσιουμπλέκια, τα = τα πήλινα κουζινικά. (τουρκ. çömlek)τσιουρμπάς, ο = η σούπα. (Τριαντ. τσορβάς, τουρκ. çorba)τσιούρνα, η = σωλήνα απ’ την οποία τρέχει νερό.τσιούσκα, η = η καυτερή πιπεριά. (τουρκ. çus, ερεθιστικός, βουλ. tsuska,πιπεριά)τσιούστρα, η = μυρμήγκι που ζει πάνω στα δέντρα και το τσίμπημά του είναιενοχλητικό.τσιούτ = φωνή για να διώξουμε ένα σκυλί.τσιουτσιούλα, η = η κουκούλα, ο σωρός. (λατ. cucula, βουλ. tzutzula)τσιουτσιουλιάνα, η = βρώσιμο αγριόχορτο.τσιουτσιουλιάνος, ο = ο κορυδαλλός.τσίπος, ο = αυτός που έχει μικρά αυτιά.τσιπώνω, ρ. = δημιουργώ τσίπα ή καύκαλο. Τσίπουσι του γάλα. Τσίπουσιπληγή.τσιρκούδι, το = το τριζόνι. (ηχομ.)τσιρώνω, ρ. = χτυπώ με βίτσα ή μαστίγιο, βιτσίζω. (αρχ. συρίζω > τσυρίζω)τσιτσέλα = πολύ αλμυρό. (βουλ.)τσιτσινιάζω, ρ. = γίνομαι κόκκινος από τον ήλιο. τσουράκι, το = το σκουλαρίκι. (τουρκ. çurak)

τσούρλος, ο = σπυρί με πύο, βουζούνι, απόστημα. (λατ. trulla > μσν.τρούλος, τούρλα, βουλ. tsirei, βουζούνι)τσουτσέκι, το = το καρφί, ο μπράβος, ο υπηρέτης. (τουρκ. cüce, κοντός) Υύστερο, το = ο πλακούντας. (αρχ. ύστερον) Φφαγγρίζω, ρ. = φεγγίζω. (μσν. φεγγίζω)φακίτσα, η = ποώδες βρώσιμο χορταρικό. (αρχ. φακή) φαραό, το = το ζωηρό.φλάδια, τα = οι φλούδες που τυλίγουν τον καρπό της καλαμποκιάς. (Τριαντ.φλούδια, μσν. φλούδιον < ελνστ. φλους < αρχ. φλοιός)φλαστίνα ή βλαστίνα, η = οι μεγάλοι βλαστοί της φασολιάς ή του αμπελιού,τα φρέσκα βλαστάρια. (αρχ. βλαστός, βλασταίνω)φλύκι ή θηλύκι, το = η κουμπότρυπα που φτιάχνεται με κλωστή. (αρχ.θηλυκός)φουκάλι, το = η σκούπα. (μσν. φιλοκάλιον = σκούπα, < αρχ. φιλόκαλος)φουλτακίδα, η = φουσκάλα πάνω στο δέρμα. (φλύκταινα, φουσκάλα)φουρλαντώ, ρ. = πετώ κάτι με δύναμη. (τουρκ. firlatmak, πετώ)φουρνόπιτα, η = το ένα τέταρτο του στρόγγυλου πλαστού ψωμιού. φουστανούσα, η = αυτή που φοράει μακρύ παραδοσιακό φουστάνι. (μσν.φουστάνι)φούτα, η = η ποδιά. (βουλ. futa, πόδι)φράγκικο (αλέτρι), το = το σιδερένιο αλέτρι. (μσν. φραγκικός)φρίξη, η = ταραχή, τρομάρα, φόβος. (αρχ. φρίκη)φρόντζιλα = ανάποδα. Αχιλώνα γύρσι φρόντζιλα.φυλλίζια, τα = φρέσκα μικρά φυλλαράκια. (τουρκ. filiz, βλαστός)φυτειά, η = το νεόφυτο αμπέλι. (αρχ. φυτεία) ΧΧαιρονύφια, τα = οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.χαλεπώνω, ρ. = μαλακώνω. (αρχ. χαλεπός)χαλνιέμαι, ρ. = αρρωσταίνω. Ιχτές έφαγα πράσα κι χαλάσκα.χαμνάμ’ήρθι = ζαλίζομαι.

χαμούτια, τα = εξαρτήματα για το ζέψιμο του αλόγου, τα χάμουρα. (βουλ.hamut, Τριαντ. χάμουρα, ρουμ. hamuri)χαραή, η = η χαραυγή. (μσν. χαραγή < χαράζω, ελνστ. χαραγή) χαραμπάτι, το = το ερείπιο, ο ζημιατζής. (τουρκ. harabat)χαρεύω, ρ. = προκόβω. Αυτή η μηλιά δε χαρεύ(ει). Ούλου μια σταλιά είνι.(ίσως από το χαρά)χαριά, η = ο γάμος. (αρχ. χαρά)χαρμπώνω, ρ. = τρυπώ κάτι με αιχμηρό αντικείμενο.χαρούμης, ο = ο ξένοιαστος, ο μπόσικος.χασίλι, το = το κριθάρι ή η σίκαλη που σπέρνονται και κόβονται πράσινα σανζωοτροφή. (τουρκ. hasil, χορτοβοσκή)χασλαμάθκου, το = καρπός μεγαλύτερος απ’ τον κανονικό, τρυφερός.χασλαμάς, ο = το φυτώριο καπνού. (τουρκ. haslama, βραστό κρέας)χασλαντώ, ρ. = συμπληρώνω το καπνοχώραφο με φυτά, όπου ξεράθηκαν ήόπου δεν έπιασαν. (τουρκ. asilama, εμβολιασμός δέντρων)χαχαλάς, ο = μεταλλική τσουγκράνα με 4 ή 5 μεγάλα δόντια. (μσν. χαχάλιν =σκέλος, χαχάλα < χαλί < χηλή)χιλές, ο = ο δόλος, η πανουργία στο παιχνίδι. (τουρκ. hıle, κατεργαριά)χλάτσκα, η = το έθιμο της αποκριάς να δαγκώσουν τα παιδιά κομμάτι χαλβάή λουκούμι που κρέμεται από σκοινί. (ηχομ. ή αρχ. χάσκω)χλεμπούρι, το = σπασμένο τσουκάλι, στάμνα χωρίς χερούλια..χλιάρι, το = το κουτάλι. ( ελνστ. κοχλιάριον < αρχ. κόχλος, κοχλίας )χόινα, η = δέντρο του βουνού, ο κέδρος. (βουλ. hoina) χουσμέτι, το = η δουλειά του σπιτιού, η υπηρεσία. (τουρκ. hizmet)χουσμιρί, το = ψημένο αλεύρι που το χρησιμοποιούσαν για γιατρικό. (τουρκ.hoş meriyem, γλυκό με αλεύρι, τυρί και ζάχαρη) χουσμιτεύω, ρ. = νοικοκυρεύω.χουχούλα, η = η κουκούλα. (λατ. cuculla)χρεία, η = το αποχωρητήριο. (αρχ. χρεία)χρίζω, ρ. = ασβεστώνω. (αρχ. χρίζω)Χριστού, τα = τα Χριστούγεννα. Τα Χριστού δα έρτει αδιρφό μ’ απ’ τηΓιρμανία.χριτσκάρι, το = ψάρι του γλυκού νερού.

χρυσαφλιά, η = χρυσή κλωστή με τις οποίες στόλιζαν τα μαλλιά τους τακορίτσια στο γάμο και οι νύφες κάναν ένα πέπλο που τους έκρυβε τοπρόσωπο.χρω, ρ. = ασπρίζω, ασβεστώνω. (αρχ.)χτενίτσι, το = ποώδες φυτό βρώσιμο. Ψψαλιδίτρα, η = το έντομο ψαλίδα.ψαρούκια, τα = είδος χυλού με εμφανείς κόκκους αλευριού.ψηφίζω, ρ. = προσέχω. Δεν του ψήφσα. Του πήρα αψήφιστα του πράμα.(αρχ. ψηφίζω)ψίκι, το = ο κόσμος, η ακολουθία του γάμου. (μσν. ψίκιν < οψίκιον = πομπή,ακολουθία.)ψιλολόι, το = τα ψιλοπράγματα.ψυθκά, τα = το ψυχοσάββατο.